Δημοφιλείς αναρτήσεις

What’s Hot

Αρχή με ένα συνταγματικό δημοψήφισμα

«Τα ασυλλόγιστα χρόνια» εναλλάσσονται με «τα πικρά χρόνια» στη νεότερη ελληνική ιστορία, με πλοκή αρχαίας τραγωδίας. Οι ελληνικές κοινωνίες στην τραυματική πορεία αυτοπροσδιορισμού τους, μεταξύ ελληνικότητας κι ευρωπαϊσμού, παλαιοκομματισμού και εκδημοκρατισμού, σημαδεύτηκαν από τη μόνιμη σχεδόν διάσταση μεταξύ συνταγματικών διακηρύξεων και πολιτικοθεσμικών πρακτικών, κοινωνικής πραγματικότητας και κρατικοκυβερνητικών λειτουργιών. Παρά τις δικτατορίες και τους πολέμους, τους διχασμούς κι εμφύλιους, την ξένη επιρροή και την εσωτερική φαυλοκρατία, η κοινωνία βρέθηκε, συχνά, πιο μπροστά από το πολιτικό σύστημα, που χωρίς διορατική στρατηγική συσσωρεύει αποτυχίες κι απώλειες ιστορικού χρόνου.

Επειδή οι εξελίξεις τρέχουν πιο γρήγορα από τους ρυθμούς των πολιτικών θεσμών και οι κοινωνικές διεργασίες βρίσκονται πιο μπροστά από τις συμπεριφορές του συστήματος, επιδιώχθηκε σταθερά να ελεγχθεί κάθε τάση αμφισβήτησης της κατεστημένης τάξης πραγμάτων, κάθε προσπάθεια ριζικής αναδιάρθρωσής της.

Ετσι, κάθε φορά που τα αδιέξοδα ακρωτηριάζουν την προοπτική πραγματικής προόδου, όταν οι πολίτες αντιδρούν στα κατά συνθήκη ψεύδη του διαβρωμένου συστήματος, προβάλλεται η ανανέωση και αναθεώρηση του Συντάγματος ως λυτρωτικό σύνθημα. Εντούτοις το πολιτικό σύστημα εξέθρεψε αρχηγικούς κομματισμούς και λαϊκισμούς, κυβερνητισμούς και παρεοκρατίες, που έδρασαν εχθρικά προς κάθε ριζοσπαστικό ανανεωτισμό και καλλιέργησαν το νοσηρό δημόσιο ήθος της καθεστωτικής διαφθοράς και διαπλοκής.

Η αναφορά, σήμερα, στην αναγκαία και δραστική αναθεώρηση του Συντάγματος επιβάλλεται να είναι απαλλαγμένη από δημαγωγίες και μελλοντολογίες. Και οι τρεις αναθεωρήσεις του Συντάγματος του 1975, το 1986, το 2001 και το 2006, υπηρέτησαν κυβερνητικές κι εκλογικές σκοπιμότητες, υπήρξαν συγκυριακές, χωρίς δυναμική αναδιάρθρωσης του δημοσίου βίου και έγιναν ερήμην του πολίτη, θεωρώντας τον λαό «εσωτερικό εχθρό» των δημοκρατικών θεσμών.

Το νέο Σύνταγμα, για την Ελλάδα του 21ου αιώνα, δεν μπορεί παρά να είναι ένας ζωντανός πολιτικός οργανισμός, που θα αντιμετωπίζει τα πραγματικά προβλήματα της παγκόσμιας κι ελληνικής πολιτικής έναντι της αγοράς, της Δημοκρατίας έναντι των εκφυλιστικών αλλοιώσεών της από τους μηχανισμούς των νέων ιδιωτικών εξουσιών και της κυβέρνησης έναντι της ελλειμματικής αξιοπιστίας και ηθικοκοινωνικής νομιμοποίησής της. Το Σύνταγμα δεν είναι αφηρημένο πλαίσιο δεοντολογίας των θεσμών της Πολιτείας ούτε μόνο όργανο επιβολής της εξουσίας, αλλά και το μέσον προστασίας της κοινωνίας, θωράκισης των δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων και η διεκδίκηση τήρησης του Συντάγματος, η αντίσταση στην αυθαιρεσία της εξουσίας, η διεύρυνση των ορίων και του περιεχομένου της δημοκρατικής νομιμότητας, με διαφάνεια, λογοδοσία και κυρώσεις. Πολύ περισσότερο διότι η Ελλάδα βρίσκεται σε διεθνή επιτήρηση και η Κοινοβουλευτική Δημοκρατία και το Σύνταγμά της χάνουν την αυτονομία τους, την κυριαρχική τους υπόσταση και τη ρυθμιστική δυναμική τους.

Πρέπει λοιπόν να αλλάξει άρδην η όλη αρχιτεκτονική του μονοκομματικού πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού ή αλλιώς του δικομματικού φεουδαρχισμού, που κατάντησε την Ελλάδα «τιμάριο» της διαπλοκής και αποικία χρέους.

Αρκετά παιχνίδια πολιτικής διγλωσσίας και θεσμικής υποκρισίας παίχτηκαν στη δημόσια σκηνή, από σημαντικούς κι ασήμαντους, άχρηστους και επιτήδειους, ώστε να καρναβαλοποιηθεί η μοναδική περίοδος πολιτικής σταθερότητας και να μην αξιοποιηθούν τα αναμφισβήτητα συγκριτικά πλεονεκτήματά της. Τα ιδιοτελή παιχνίδια σκοπιμότητας με τους θεσμούς σάπισαν τους θεσμούς, διασπάθισαν το δημόσιο συμφέρον και εξαγρίωσαν την κοινωνία.

Κατά το Σύνταγμα, έχουμε Προεδρευομένη Δημοκρατία. Ο Πρόεδρος, όμως, δεν «είναι ο ρυθμιστής του πολιτεύματος», αλλά σκιώδες σύμβολο, που συγκατανεύει στην κυβέρνηση. Αλλά και η Βουλή, υποβαθμισμένη, δεν ασκεί νομοθετικό έργο και πολιτικό έλεγχο, κατά το Σύνταγμα, γιατί είναι δέσμια της κομματικής κυβερνητικής πειθαρχίας. Τέλος, το προβληματικό πρωθυπουργοκεντρικό μοντέλο καταργεί το υπουργικό συμβούλιο, ως συλλογικό όργανο, και διατηρεί, ως εσωτερικό πυρήνα εξουσίας, το γραφείο πρωθυπουργού, με τους εκάστοτε τυχαίους και μοιραίους υπερεξουσιαστές εκτός κοινοβουλευτικού ελέγχου. Αυτός ο μεταπολιτευτικός κοινοβουλευτισμός, που δοξάστηκε ως μοντέλο ισχυρής διακυβέρνησης, τώρα ελεεινολογείται και από αυτούς που τον υπηρέτησαν, ακριβώς γιατί κακοποίησε τα καλύτερα κεκτημένα συνταγματικού κοινοβουλευτισμού και δημοκρατικού πατριωτισμού.

Το εκλογικό σύστημα, ο Κανονισμός της Βουλής, η νομοθεσία για την οργάνωση της κυβέρνησης, οι ρυθμίσεις για την Προεδρία δεν χρειάζεται να περιμένουν τη συνταγματική αναθεώρηση για να αλλάξουν, ώστε να εξασφαλιστεί θεσμική ισορροπία και δημοκρατική αξιοπιστία. Σήμερα, οι εξεταστικές επιτροπές της Βουλής έχουν όλες τις αρμοδιότητες των ανακριτικών αρχών, αλλά στην πράξη συγκροτούνται με κυβερνητική πλειοψηφία, ως «κολυμβήθρα του Σιλωάμ» της εκτελεστικής εξουσίας και των αρεστών της. Ετσι, όμως, δεν αντιμετωπίζεται η διάχυτη διαφθορά ούτε κατοχυρώνεται η διαφάνεια. Δεν εξασφαλίζεται φορολογική δικαιοσύνη ούτε αξιοποιείται η λειτουργία της οικονομίας, της παραγωγής και της δίκαιης αναδιανομής. Για να ανακτηθούν όλες αυτές οι απώλειες, δεν χρειάζεται να περιμένουμε την αναθεώρηση, που θα ολοκληρωθεί ύστερα από δύο εκλογές και δύο Βουλές, την προαναθεωρητική και την αναθεωρητική. Το μεγαλύτερο μέρος των εκφυλιστικών αλλοιώσεων του δημόσιου βίου μπορεί και πρέπει να αντιμετωπιστεί με σειρά άμεσων νομοθετικών αναδιαρθρώσεων. Και η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος μπορεί και πρέπει να αλλάξει από τώρα, ώστε να πορεύονται παράλληλα η αναθεώρηση του Συντάγματος κι ο προοδευτικός εκσυγχρονισμός των θεσμών του πολιτικού συστήματος.

Για μια ριζοσπαστική νέα αναθεώρηση του Συντάγματος, για την αναβάθμιση λαϊκής κυριαρχίας, εθνικής αντιπροσωπείας, Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, κομμάτων και διακυβέρνησης, μπορεί να αρχίσει από την επόμενη Βουλή η αναθεώρηση της διαδικασίας αναθεώρησης του άρθρου 110 του Συντάγματος, των κρίσιμων για τον έλεγχο και τις ευθύνες κυβερνητικών προσώπων και άλλων διατάξεων, με ένα συνταγματικό δημοψήφισμα.

* Ο κ. Νίκος Α. Κωνσταντόπουλος είναι πρώην πρόεδρος του ΣΥΝ.